Η Διάγνωση στην Ψυχική Υγεία: Πλαίσιο κατανόησης, όχι περιορισμός
- Βέρα Δημητριάδη
- 23 Νοε
- διαβάστηκε 2 λεπτά
Έγινε ενημέρωση: πριν από 17 ώρες

Η διάγνωση αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα — και συχνά παρεξηγημένα — εργαλεία της ψυχικής υγείας. Παρότι βασίζεται σε ισχυρή ερευνητική τεκμηρίωση, συχνά αποφεύγεται ή υποτιμάται, είτε λόγω φόβου στιγματισμού είτε λόγω θεωρητικών αντιστάσεων. Ωστόσο, όταν δίνεται με κλινική επάρκεια, αποτελεί σημείο ανακούφισης, αποσαφήνισης και θεραπευτικής κατεύθυνσης.
1. Η ζωή χωρίς διάγνωση: σύγχυση και εσφαλμένες ερμηνείες
Μεγάλος αριθμός ενηλίκων ζει επί χρόνια με δυσκολίες που επηρεάζουν τη λειτουργικότητα χωρίς ποτέ να λάβει διάγνωση — κυρίως σε περιπτώσεις:
νευροδιαφορετικότητας (ΔΕΠΠΥ, ήπιος αυτισμός),
διαταραχών προσωπικότητας,
ιδεοψυχαναγκαστικών διαταραχών.
Διαταραχές προσωπικότητας
Οι διαταραχές προσωπικότητας είναι πολύ συχνότερες απ’ όσο θεωρείται, με επιπολασμό που κυμαίνεται διεθνώς από 7% έως 12% στον γενικό πληθυσμό, ανάλογα με τη μεθοδολογία και το δείγμα. Παρότι τόσο διαδεδομένες, συχνά παραμένουν αδιάγνωστες για χρόνια — ακόμη και μέσα στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας. Αυτό συμβαίνει επειδή τα μοτίβα προσωπικότητας είναι χρόνια, σταθερά και λεπτά ενσωματωμένα στον τρόπο που το άτομο σκέφτεται, σχετίζεται και ρυθμίζει το συναίσθημά του. Μελέτες δείχνουν ότι η καθυστέρηση στη διάγνωση των διαταραχών προσωπικότητας μπορεί να ξεπεράσει τα 5–10 χρόνια θεραπευτικής πορείας, ακριβώς επειδή η συμπτωματολογία δεν εμφανίζεται ως «οξεία παθολογία» αλλά ως «σταθερός χαρακτήρας». Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο θεραπευόμενος να παραμένει εγκλωβισμένος σε ερμηνείες που τον ενοχοποιούν και ο θεραπευτής να στοχεύει σε λάθος παραμέτρους αλλαγής.
ΔΕΠΠΥ & ήπιος αυτισμός
Έως και 89–97% των ενηλίκων με αυτισμό άνω των 40 παραμένουν αδιάγνωστοι (KCL, 2024), ενώ η διάγνωση της ΔΕΠΠΥ στην ενήλικη ζωή συχνά καθυστερεί για δεκαετίες (Knouse & Safren, 2010). Τα συμπτώματα αποδίδονται συχνά σε «χαρακτήρα», τεμπελιά ή έλλειψη προσπάθειας, με αποτέλεσμα το άτομο να διαμορφώνει εξηγήσεις που στρέφονται εναντίον του. Η παρατεταμένη απουσία διάγνωσης οδηγεί σταδιακά σε μια αρνητική και περιοριστική αυτοεικόνα, η οποία ενισχύεται από επαναλαμβανόμενα βιώματα αποτυχίας ή παρεξηγημένης συμπεριφοράς. Έτσι, η λειτουργική δυσκολία μετατρέπεται σε εσωτερικευμένη ενοχή και όχι σε κλινικά αναγνωρίσιμη ανάγκη.
OCD & Pure-O
Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (OCD) επηρεάζει περίπου 1–3% των ενηλίκων, όμως ένα σημαντικό ποσοστό παραμένει αδιάγνωστο για χρόνια. Έρευνες καταγράφουν ότι ο μέσος χρόνος ανάμεσα στην έναρξη των συμπτωμάτων και τη διάγνωση μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 13 έτη, καθώς τα συμπτώματα συχνά παρερμηνεύονται ως άγχος, trauma ή κρίσεις πανικού.
Στις μορφές χωρίς εμφανείς καταναγκασμούς (Pure-O), η κλινική εικόνα οργανώνεται γύρω από υπερβολική αναλυτική ή “φιλοσοφική” σκέψη. Το άτομο επιχειρεί να επιτύχει πλήρη βεβαιότητα για ζητήματα ηθικής, ταυτότητας ή ύπαρξης μέσα από αδιάκοπη γνωσιακή διερεύνηση. Αυτή η υπερ-νοηματοδότηση δεν αποτελεί χαρακτηριστικό προσωπικότητας αλλά γνωσιακό καταναγκασμό, κεντρικό μηχανισμό της διαταραχής. Η καθυστερημένη διάγνωση επιτείνει τη ντροπή και στερεί την πρόσβαση σε κατάλληλες παρεμβάσεις (όπως η CBT-ERP). Χωρίς σαφές κλινικό πλαίσιο, το άτομο αναπτύσσει δικές του εξηγήσεις για τα συμπτώματά του — και συχνά καταλήγει να ενοχοποιεί τον εαυτό του για διεργασίες που είναι νευροψυχολογικοί μηχανισμοί της διαταραχής.
2. Η διάγνωση ως πλαίσιο κατανόησης στις σχέσεις
Οι σχέσεις βασίζονται στην ερμηνεία της συμπεριφοράς του άλλου. Χωρίς διάγνωση, αυτή η ερμηνεία βασίζεται σε λανθασμένα σχήματα: οι συναισθηματικές μεταπτώσεις νοούνται ως «δύσκολος χαρακτήρας» και τα τελετουργικά της OCD ως παράλογες συμπεριφορές. Η διάγνωση αποκαθιστά τη νοηματοδότηση: μειώνει την προσωποποίηση, περιορίζει τις συγκρούσεις και μετριάζει την αμοιβαία ντροπή. Δεν δικαιολογεί· επαναπλαισιώνει και επιτρέπει πιο λειτουργικούς τρόπους σχετίζεσθαι.




Σχόλια